Φανή Λούγκλου

Παροχή υπηρεσιών ψυχοθεραπείας για παιδιά, εφήβους και τις οικογένειές τους στην Λήμνο

Επιλεκτική Αλαλία

Η επιλεκτική αλαλία είναι μια διαταραχή κατά την οποία το παιδί αρνείται να μιλήσει σε μία ή περισσότερες συνηθισμένες καταστάσεις (π.χ. στο σχολείο). Η άρνηση αυτή δεν προκύπτει από δυσκολίες στη γλώσσα ή την άρθρωση, αλλά φαίνεται να είναι ηθελημένη και υπό τον έλεγχο του παιδιού.

Τα διαγνωστικά κριτήρια επικεντρώνονται στην άρνηση για επικοινωνία σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ υπάρχει καλή επικοινωνία σε άλλες. Το παιδί που αρνείται να μιλήσει γενικώς και ανεξάρτητα απο τις συνθήκες και το περιβάλλον, συνήθως δεν λαμβάνει διάγνωση επιλεκτικής αλαλίας. Πιο συγκεκριμένα, τα κριτήρια περιλαμβάνουν:
1. Άρνηση για ομιλία σε μία ή περισσότερες περιστάσεις (όχι σε όλες).
2. Επαρκής γλωσσική και κινητική ανάπτυξη που επιτρέπει την ομιλία.
3. Έναρξη ανάμεσα 3-5 έτη.
4. Συνήθως το παιδί μιλά σε λίγα άτομα, κυρίως συγγενείς.
5. Χρήση νοημάτων ή ψυθίρων.
6. Κοινωνικά ντροπαλό, αγχώδες
7. Εξαρτημένο, δυσκολεύεται να αποχωρηστεί το γονιό.

Κατά καιρούς, έχουν προταθεί διάφορες υποκατηγορίες της Επιλεκτικής Αλαλίας που βοηθούν κυρίως στη θεραπευτική αντιμετώπιση. Τα διαγνωστικά κριτήρια όμως παραμένουν ίδια.

Κατά τα πρώτα στάδια της εμφάνισης της διαταραχής, οι γονείς περιγράφουν το παιδί απλά ως ντροπαλό. Το μέγεθος του προβλήματος φαίνεται ξεκάθαρα όταν το παιδί ξεκινήσει σχολείο. Η πλειοψηφία των παιδιών με επιλεκτική αλαλία παραπέμπεται σε ειδικούς εξαιτίας της άρνησης να μιλήσουν στο σχολείο.

Αν και είναι συνηθισμένο τα παιδιά που πάνε για πρώτη φορά σχολείο να είναι διστακτικά και ντροπαλά, τα παιδιά με επιλεκτική αλαλία συνεχίζουν να μη μιλούν για βδομάδες, μπορεί και μήνες.

Η επιλεκτική αλαλία συχνά δίνει την εντύπωση οτι τα παιδιά είναι χειριστικά ή εξαρτημένα. Πολλοί ερευνητές έχουν υποθέσει οτι τα παιδιά αυτά έχουν πρόσθετα κοινωνικά ή συμπεριφορικά προβλήματα.

Οι αιτίες ανάπτυξης επιλεκτικής αλαλίας συχνά βρίσκονται στην οικογένεια, στη σχέση μητέρας-παιδιού, στον τρόπο που το παιδί έχει μάθει να τραβά την προσοχή και στον τρόπο που προσπαθεί να διαχειριστεί τους φόβους του και το άγχος του.

Η θεραπευτική προσέγγιση συνθήως περιλαμβάνει συμπεριφορικές μεθόδους, παιχνιδοθεραπεία και οικογενειακή θεραπεία. Σε ακραίες περιπτώσεις, προτείνεται φαρμακευτική αγωγή, ενώ το παιδί πρέπει να παραπεμφθεί σε λογοθεραπευτή, αν διαπιστωθούν ελλείψεις στην ανάπτυξη της γλωσσικής επικοινωνίας και μηχανικές δυσκολίες στην παραγωγή λόγου.